Πρόλογος των μεταφραστών

Πρόλογος των μεταφραστών – Εισαγωγή

Ίσως δεν κάνουμε καλά που προλογίζουμε ένα τέτοιο κείμενο. Είναι όμως που όταν τελειώναμε τη μετάφρασή του κόπαζαν οι ταραχές που είχαν ανεβάσει κάποιους βαθμούς κελσίου στα προάστια της μακρινής Στοκχόλμης και γέμισαν πολλούς στο δυτικό κόσμο με ανανεωμένες τις ίδιες απορίες για το ποια πραγματικά ισχύει από τις παραστάσεις τους για τις σταθερές του κόσμου αυτού. Είναι επίσης που όταν κλείσαμε τη μετάφραση είχε μόλις ξεκινήσει η εξέγερση στην Ισταμπούλ, την Άγκυρα, τη Σμύρνη και άλλες πόλεις της Τουρκίας, η πιο κοντινή στη δύση κι ίσως η πιο καλοπροσαρμοσμένη στην αντίληψή της εκδοχή των ξεσηκωμάτων που δόνησαν τα νότια και ανατολικά παράλια της μεσογείου και φυσικά το Μπαχρέιν και την Υεμένη δύο χρόνια πριν. Και, χώρια από τη συγκυρία, είναι που είχαμε την άποψη ότι αυτό το κείμενο, γραμμένο μετά τις εξεγέρσεις των παρισινών προαστίων του 2005 και τους νικηφόρους – ιστορικό παράδοξο – αγώνες ενάντια στο CPE του 2006, δεν είναι ένα κείμενο από το οποίο μπορούμε να εμπνευστούμε, να παρακινηθούμε για κάποιες σοφότερες από το μέσο μας όρο συζητήσεις και να προχωρήσουμε. Αλλά ένα κείμενο που θα έπρεπε να θεωρείται δεδομένο, να μη χρειάζεται να επανέλθουμε σ’ αυτό άρα να αποτελεί ένα από τα κεκτημένα μας. Έτσι, θα μπορούσε στη συνέχεια, στις βάσεις που χτίζουν μεταξύ άλλων και οι απόψεις των συγγραφέων του, να ειπωθεί ό,τι νέο υπάρχει να ειπωθεί, για να μην μπερδεύεται η γλώσσα μας με τους ιδεολογικούς ογκόλιθους του παρελθόντος και τα δόγματα στα οποία τη δύσκολη ώρα καταφεύγουμε, γιατί ακριβώς τη δύσκολη ώρα είναι που αυτό το νέο ζητάει να ξεπροβάλει καθαρό και ξάστερο. Και ας απαντήσουμε ήδη στο σημείο αυτό στην εύλογη αλλά εσπευσμένη ένσταση: δεν επιδιώκουμε την εγκαθίδρυση ενός ακόμα δόγματος, το μέγεθος και το ύφος του κειμένου δεν προϊδεάζουν καν για κάτι τέτοιο άλλωστε. Όπως γράφουν κι οι συγγραφείς του, τα λόγια που ακολουθούν δεν είναι τα δικά τους, είναι όσα κυκλοφορούν ανάμεσά μας, όσα μέσα μας παραδεχόμαστε αλλά ίσως δεν κάνουμε λέξεις, όσα συνθέτουν την κοινή μας εμπειρία για αυτά που ζούμε αλλά δεν έχουμε πει από κοινού ότι αυτή μας η εμπειρία είναι κοινή. Επομένως στο βαθμό που τα λόγια αυτά είναι τέτοια, το παρακάτω κείμενο αποτελεί απλά μια βάση συνεννόησης και τίποτα παραπάνω. Στο βαθμό που δεν είναι, τότε πρέπει εμείς να τα αλλάξουμε ή να τα συμπληρώσουμε. Όσοι έχουμε ανάγκη από κάτι τέτοιο, όσες χρειαζόμαστε μια ξεσκαρταρισμένη γλώσσα και μια νηφάλια θέαση του κόσμου. Για να δούμε πέρα από τον ορίζοντά του και να μιλήσουμε το αύριό του.

Αλλά κι ο πρώτος λόγος της προλόγησής μας χωράει κάποιες εξηγήσεις. Από τη μέρα της γαλλικής έκδοσης του κειμένου της Αόρατης Επιτροπής πολλά έχουν μεσολαβήσει. Τα πιο ηχηρά ανάμεσα σε αυτά (πέρα από όσα ήδη αναφέραμε) είναι η εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008 σε τούτη τη χώρα, της Βρετανίας το 2011 και της Βουλγαρίας το Φλεβάρη που πέρασε· κι αυτά σίγουρα στην περιορισμένη κλίμακα στην οποία κινούμαστε λόγω της άγνοιάς μας για το τι πραγματικά συμβαίνει στην ανατολική Ασία ή την Λατινική Αμερική και ακόμα περισσότερο στην κεντρική και νότια Αφρική. Σίγουρα όλα αυτά τα ξεσηκώματα, όλες αυτές οι βίαιες κινήσεις ογκωδέστατων πληθυσμιακών μαζών όσο εύκολα μπορούν να μπουν κάτω από τον ίδιο χαρακτηρισμό της “εξέγερσης” άλλο τόσο ευδιάκριτες κάνουν τις διαφορές τους, άλλο τόσο δυσκολεύουν εκείνον που θέλει να μιλήσει γι’ αυτές, να τις κατηγοριοποιήσει, να τις αναλύσει, να εξαγάγει συμπεράσματα απ’ αυτές. Όμως πολλοί είναι παρόλα αυτά εκείνοι που το αποτολμούν, κι οι περισσότεροι δεν είναι καλοπροαίρετοι. Θα μπορούσε να γίνει αλλιώς; ρωτάμε εμείς, κι οι συγγραφείς απαντούν: όχι, το να συνθέτουν οι εξουσίες και οι εντεταλμένοι τους ένα “υποκείμενο” της κάθε φορά εξέγερσης – το να κατορθώνουν να βροντοφωνάξουν: “βρήκαμε ποιος τα έκανε όλα αυτά, ανακαλύψαμε το κίνητρό του, διαλευκάναμε τους λόγους και τα αίτια, καταλάβαμε την εξέγερση” – είναι ένας από τους πρώτους αμυντικούς χειρισμούς των καθεστώτων1.

Μια από τις πιο στοιχειώδεις εργασίες των εξουσιών και απ’ τις πιο βαθιές τομές στα σώματα των εξουσιαζόμενων είναι η ονοματοδοσία, η βάπτιση. Η απόπειρα να συμπεριληφθούν κάτω από μία λέξη όλα όσα αναγνωρίζει η εξουσία σε μια δεδομένη κατάσταση, σε ένα ον, σε μια στιγμή της ζωής, επιδιώκει ταυτόχρονα τον ακρωτηριασμό όλων όσα αρνείται να δει, την αποστέρηση των μυριάδων δυνατοτήτων που υπάρχουν πάντα σ’ αυτό που δεν έχει έως τώρα όνομα, την καθυπόταξη εκείνου που αν αφεθεί να προσδιοριστεί, αυτό δε θα γίνει παρά από κάτι υπέρτερό του. Η εξουσία οφείλει να “υποκειμενικοποιήσει”, οφείλει να φτιάξει κάτι του είδους που μπορεί να αντιληφθεί, να το βάλει απέναντί της ώστε να μπορέσει να αναμετρηθεί μαζί του. Οφείλει να συνθέσει ένα ον, οφείλει να συρρικνώσει τις πολλαπλότητες σε μονάδες, ας είναι και παραπάνω από μία. Έτσι μια εξέγερση θα είναι το άθροισμα της δράσης των μεταναστών δεύτερης γενιάς με το no future τους, των δυσαρεστημένων μεσοστρωματικών φιγούρων που η αγανάκτηση για χαμένα προνόμια έριξε σε ενέργειες κατά τ’ άλλα ασύμβατες με την ταξική τους υπόσταση, μικροαστών με φασίζουσες τάσεις που δε θα μπορούσαν να χάσουν την ευκαιρία να συμμετάσχουν στο πανηγύρι πριν κερδηθούν για τα καλά από τις προδιαθέσεις τους. Θα είναι όλες αυτές οι μονάδες με αντιστοιχισμένους συντελεστές συνέργειας, κάποιοι θα συγχωρεθούν και κάποιοι θα γίνει προσπάθεια να ενταφιαστούν. Έτσι θα μιλήσουν όσοι, μηδενός – ούτε ημών – εξαιρουμένου, αρέσκονται να μιλούν για διακριτά υποκείμενα, για διαιρεμένες πράξεις. Γιατί ποιος θα μπορούσε να αρκεστεί απλά στην εξέγερση, ποιος θα ξεστόμιζε ότι υπήρξαν στιγμές όπου όλοι ήταν σώμα που σφιχταγκάλιαζε την πόλη και έπαιζε με τα εύφλεκτα νεύρα της, ποιος θα δεχόταν ότι εκείνες οι ώρες ήταν ώρες που οι ταυτότητες καταλύονταν και η ανθρώπινη ύλη έρεε αδιαφόριστη ανάμεσα στα κορμιά. Και πάλι, γιατί να μη δεχτούμε ότι όσοι κι όσες υπήρξαν στις ώρες αυτές δε θα υπάρξουν ξανά, χάθηκαν όπως οι καπνοί κι η κολασμένη θέα των δρόμων, κι αν πρόκειται να έρθουν οι ώρες ξανά, θα φέρουν μαζί τους άλλες κι άλλους να τις γεμίσουν, άλλους βγαλμένους από εμάς τους ίδιους που όμως θα είμαστε ολοένα και κάτι νέο, ολοένα και κάτι ανείπωτο.

Τα ίδια ισχύουν και με την απόπειρα να κατανοηθούν αυτά τα κοινωνικά φαινόμενα. Η “κατανόηση”, η ανεύρεση των βαθύτερων αιτιών, η σύνδεσή τους με τα αποτελέσματα, όλα στριμώχνουν την αλήθεια της στιγμής σε κανόνες λογικής που καθόλου δεν φτιάχτηκαν για την ανάδειξη αυτής της αλήθειας, όλα την τεμαχίζουν για να μπορέσουν οι ανατόμοι να αποφανθούν στο τέλος τι παράδοξη αναποδιά ήταν αυτή που την έκανε να ζήσει ώστε να χρειαστεί στη συνέχεια να ανατμηθεί. Το ον που αναζητά απεγνωσμένα η εξουσία είναι έλλογο, ον που θα μιλήσει για τον εαυτό του, μα που από τη στιγμή που θα το κάνει αυτό, απ’ τη στιγμή που θα ξεστομίσει την πρώτη κουβέντα, θα υπάρχουν από πριν αποστομωτικές όλες οι απαντήσεις, όλα τα σκέρτσα απέναντι στα οποία θα μοιάζει αδέξιο κι έτσι όλα τα άγνωστα μέχρι τη στιγμή εκείνη μονοπάτια που φέγγιζαν στον ορίζοντα τώρα μονομιάς θα χαθούν κάτω από πυκνή ομίχλη που δεν θα ξανοίξει πια. Θεωρείται εκ των προτέρων βέβαιο ότι για να υπάρξει οποιοδήποτε κίνηση, έστω και ρίγος κάποιου μέρους του κοινωνικού σώματος, θα υπάρχει και κάποιος λόγος που θα τη συνοδεύει, κάποιο αίτημα, κάποια σύνδεση με κάποιο επιθυμητό αποτέλεσμα. Αλλά αυτή η θεώρηση είναι δόλια γιατί απλά ξορκίζει την τρομακτική διαπίστωση ότι δεν πρόκειται παρά για ένα σάλεμα του θηρίου, ίσως και για αντανακλαστικό του σπασμό. Μ’ αυτόν τον τρόπο λοιπόν αντιλαμβανόμαστε όλες τις επανειλημμένες προσπάθειες να δοθεί “βήμα” στους εξεγερμένους, να δοθεί η δυνατότητα να εκφράσουν τα αιτήματά τους, κι αν δεν το κάνουν οι ίδιοι (πώς θα μπορούσαν;), να έρθουν άλλοι να τους τα μπουκώσουν στο στόμα, με την ευσυνειδησία βιαστικού γονιού και την ετοιμότητα του πιο άξεστου ανακριτικού υπαλλήλου στα μπουντρούμια της διεύθυνσης ασφάλειας. Σαν καλωσόρισμά τους στον οικογενειακό κύκλο του ορθού λόγου και των καλοζυγισμένων κινήτρων που αμέσως αφού ακουστεί χαρωπά, ηχεί πίσω του βαρύ το μάνταλο της καγκελόπορτας που χωρίζει την αποπνικτική οικογένεια από την απειρότητα των άλλων τρόπων να προχωράμε τις σχέσεις μας μεταξύ μας και με τον κόσμο.

Ασφαλώς όλα είναι κίνηση. Όλα πέφτουν στα βλέμματά μας σαν τα καθυστερημένα εκείνα φωτόνια που έχοντας αναπηδήσει σ’ όλες τις λείες επιφάνειες και μην έχοντας πού αλλού να πάνε καταλήγουν να διεγείρουν τους αμφιβληστροειδείς μας. Μπορούν να χωρέσουν λέξεις ανάμεσά τους; Χρειάζονται μεγάλα νοήματα για να αναδειχτεί η αλήθειά τους; Όχι, δεν προτείνει κανείς να γίνουμε έρμαια των οπτικών εντυπώσεων. Κίνηση διαθέτουν επίσης τα χάδια, τα τραγούδια και – τι πιο κοινό – το ίδιο το έδαφος στο οποίο πατάμε. Πρέπει λοιπόν να ορίσουμε κάπως τις εξεγέρσεις; Δεν είναι ήδη αρκετό που τις ονομάζουμε έτσι, εξεγέρσεις; Είχε άραγε σκοπό όλο αυτό το βουητό των ανθρώπων, που απλά δεν κάνουν σήμερα αυτό που έκαναν χθες, να μπει κάτω από έναν ορισμό, στόχευε να ερμηνευτεί με κάποιον συγκεκριμένο τρόπο, αποζητούσε να περάσει κάποιο μήνυμα; Ή μήπως είναι η διαρκής καταδίωξη αυτού που είναι από το σκοπό, από το λόγο, από τη μορφή και από το νόημα που το καθηλώνει στα πόδια μας και η μόνη ελπίδα επιβίωσής του είναι η πιθανότητα να γλιστρήσει από τη μορφή, να αποτινάξει τα λόγια που κόλλησαν πάνω του, να διαψεύσει τον ορισμό και να αχρηστεύσει την ερμηνεία; Δεν είναι τάχα προϊόν της ήττας μιας εξέγερσης το ότι μπορέσαμε να την ονομάσουμε; Και τι θα συνιστούσε τη νίκη της;

Μακριά από μας οι καταληκτικές απαντήσεις. Νομίζουμε ότι όλοι δικαιούνται – ανάμεσά τους και εμείς, κι αυτό κάναμε ως τώρα – να πουν τα λογάκια τους για να αναδείξουν κάποιες από τις διαφορετικές πλευρές ενός φαινομένου, χωρίς φυσικά να αξιώνουν ότι τα έχουν πει όλα, όπως ένας ζωγράφος του οποίου το πινέλο μπορεί τη μία μέρα να αποδώσει την όψη του αντικειμένου του κάτω από έναν ήπιο φωτισμό και την άλλη, παρά την προηγούμενη απόφασή του, να φτιάξει επιφάνειες που δεν εμφανίζονται παρά υπό εντονότερο φως. Κι όπως οι δυνάμεις που κινούν τις εξεγέρσεις, δεν νιώθουμε ότι πρέπει να επιμείνουμε σε καμιά συνοχή και καμιά συνέπεια. Αν πρόκειται οι τελευταίες αυτές να υπάρξουν, το μόνο βέβαιο είναι ότι δεν θα συμβεί αυτό όταν κι επειδή κάποιοι τις επεδίωξαν. Γιατί αν κάτι δεν είναι μια εξέγερση, αυτό είναι ένας απέραντος θυμός μόνο· μια αυτοπεποίθηση κοινωνικών στρωμάτων μόνο· μια πολεμοχαρής εισβολή αποκλεισμένων αγελών μόνο· αν όμως μια εξέγερση θα είχε να κάνει με όλα τα προηγούμενα, αυτό θα γινόταν με εκείνον τον τρόπο που θα ήταν ο μόνος μη αναμενόμενος.

Τι θα μπορούσε να σημαίνει όμως αυτή η τόσο μεγάλη έμφαση στην εξέγερση; Για τη δική μας θεώρηση, τίποτα παραπάνω από όσα απορρέουν από μια εκτίμησή της σαν το μέγιστο πολιτικό γεγονός, όσον αφορά αυτούς οι οποίοι έχουν αρνηθεί την πολιτική2. Εύκολα μπορεί εδώ να αντιτείνει κάποιος ότι οι εξεγέρσεις, όπως τουλάχιστον μιλήσαμε γι’ αυτές ως τώρα, δεν συμβιβάζονται με οποιαδήποτε μορφή οργάνωσης, κι αυτό τις καθιστά απρόσφορες καταστάσεις για μια κοινωνική αλλαγή προς όφελος συγκεκριμένων συμφερόντων, ας πούμε των συμφερόντων των από κάτω. Και θα ενδυναμώσει τον ισχυρισμό του λέγοντας ότι αυτό ακριβώς το γνώρισμά τους τις καθιστά αδύναμες απέναντι στις οργανωμένες απαντήσεις του κράτους (και των αφεντικών, βεβαίως-βεβαίως). Είναι αλήθεια, κι αυτό το δείχνουν όλες οι αντίστοιχες περιπτώσεις, ότι τα κράτη γνωρίζουν πώς να αντιπαρέρχονται τέτοια φαινόμενα, πώς να τα αφήνουν να κάνουν κλακέτες με τα ποδοβολητά τους πάνω στους σκελετούς τους, φροντίζοντας από την επόμενη μέρα να πάρουν όλα τα κατάλληλα μέτρα ώστε να αποφευχθεί μια επιστροφή στο ίδιο φαινόμενο, χωρίς βέβαια όλη αυτή η διαδικασία να συντελείται δίχως κόστος, δίχως εξαναγκασμένες και πολλές φορές ριζικές μεταβολές στους μηχανισμούς τους, δίχως οδυνηρές ενίοτε ανακατατάξεις. Το κόστος αυτό, που ακόμα και δυσβάσταχτο, παραμένει συνήθως στα όρια ανοχής ενός καθεστώτος, απλώς αντιστοιχεί στη διασκέδαση των εξεγερμένων – καθόλου μικρό πράγμα, κάθε καλό ξεφάντωμα πρέπει να κοστίζει. Κι αν περιοριστούμε μοναχά σ’ αυτή τη διασκέδαση, πάλι θα λέγαμε ότι η εξέγερση παραμένει το εξόχως πολιτικό συμβάν, πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα που διαφημίζεται από διαφόρους ως τέτοια. Αυτό μάλιστα στο οποίο κάθε άλλη “πολιτική” διαδικασία έχει αποτύχει, είναι ακριβώς στη διέγερση εκείνων των επιθυμητικών συμπυκνώσεων που είναι ικανές να αναπαράξουν αλυσιδωτά τον εαυτό τους απλά και μόνο για την απόλαυση αυτής της αναπαραγωγής, φτιάχνουν έτσι έναν καινούριο κόσμο από το πουθενά χωρίς χθες και αύριο κι όλοι καταλαβαίνουν ότι μόνο με τον τρόπο μπορεί το αύριο να ακουστεί δίχως αναστεναγμούς και το χθες να κερδίσει στις σκέψεις μας ξανά την υλική του αξία. Κι ας μην εννοηθεί ότι οι εξεγέρσεις καταφέρνουν το παραπάνω απλά επειδή συμμετέχει πολύς κόσμος.

Σίγουρα υπάρχουν πολλοί που δε θα αρκεστούν σ’ αυτή τη διάσταση της διασκέδασης και σ’ ένα απλά δυσβάσταχτο θεσμικό κόστος, που θα θέλουν κάτι παραπάνω, μια κάποια έμπρακτη συμβολή της εξέγερσης στη στιγμιαία τουλάχιστον έκβαση της διελκυστίνδας μεταξύ των πολλών και των εξουσιών. Κι ενώ δεν είναι απαραίτητο ότι τα δύο αυτά ζητήματα (η εξέγερση και η παραπάνω έκβαση) συνδέονται με έναν πάγιο τρόπο, εντούτοις το κείμενο που ακολουθεί δεν μένει στην ενατένιση των μαγικών εξεγερσιακών μεθόδων ούτε περιορίζεται στο πρόταγμα της “συμμετοχής” σε παρόμοια φαινόμενα. Μιλά και για τους ανθρώπους που επιθυμούν να δουλεύουν για το πριν και το μετά. Μιλά και για τη διαδικασία της καταστροφής και για την ετοιμότητα και ικανότητα της οικοδόμησης,ταυτόχρονα και μέσα στην καταστροφή, του νέου κόσμου. Αν η εξέγερση όντως έχει κάτι από επιθυμητική συμπύκνωση, τότε αυτή δεν είναι μόνο αφανισμού αλλά και φρενήρους λαχτάρας για κάτι πρωτόφαντο, για κάτι ιλιγγιωδώς όμορφο, για κάτι που φτιάχνεται μόνο από την καλύτερη στιγμή, την πιο δημιουργική, την πιο ευφάνταστη, των ζωών μας, προς όποια κατεύθυνση κι αν τις έχουμε στρέψει.

Στο σημείο αυτό θα κλείσουμε τον πρόλογό μας ελπίζοντας ότι δώσαμε μια γενική κι όχι παραπλανητική εικόνα για αυτό που διαβάσει ο αναγνώστης στη συνέχεια. Τον προειδοποιούμε ότι προσπαθήσαμε να μείνουμε κοντά στη γλώσσα του πρωτοτύπου, κάτι που σε ορισμένα σημεία κάνει το κείμενο λίγο στρυφνό, νομίζουμε όμως ότι – τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό – αυτή τη στρυφνότητα δεν την είχε αποκλείσει ούτε η Αόρατη Επιτροπή. Έτσι η τελευταία διατηρεί ένα ύφος που κινείται από την πολιτική ανάλυση στο πεζό και την ποίηση, πατώντας στα χνάρια των Καταστασιακών και ίσως και μιας πλευράς της γαλλικής διανόησης που αναπόφευκτα την έχει επηρεάσει. Ως εκ τούτου (και δεν το ζητάμε μόνο για να συγχωρέσετε τις ενδεχόμενες μεταφραστικές μας αστοχίες) θα μπορούσε ο αναγνώστης να δώσει σε κάποια σημεία του κειμένου τις προσπάθειες κατανόησης που αντιστοιχούν σε ένα ποίημα παρά σε ένα δοκίμιο, να κρατήσει την εντύπωση των λέξεων και λιγότερο την κατά γράμμα αντιστοίχησή τους με ένα αυστηρά συγκεκριμένο νόημα.

Συντομογραφίες:

Στμ: Σημείωση της μετάφρασης

ΣτΑμ: Σημείωση της αγγλικής μετάφρασης

1Δες σελίδα 40.

2Δες σελίδα 7.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Recent Comments

    Archives

    Categories